διαπορεία

διαπορ-εία, ,
A procession of heavenly bodies, Pl.Epin.982c.
II journey, metaph.,

ἡ τοῦ λόγου δ. Id.Criti.106a

.
III mediation, Id.Epin.984e.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαπορεία — διαπορείᾱ , διαπορεία procession fem nom/voc/acc dual διαπορείᾱ , διαπορεία procession fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπορείας — διαπορείᾱς , διαπορεία procession fem acc pl διαπορείᾱς , διαπορεία procession fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπορείαν — διαπορείᾱν , διαπορεία procession fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.